Ραχούλι Παραμυθιάς, 1953. Είχε στήσει ο δάσκαλός μας τη σκηνή με τα σανίδια που τα είχαμε πάντα σε μια καλύβα και κανένας δεν τα πείραζε. Είχαμε στολίσει τους ήρωες με δάφνη, και σημαίες. Κάθε μαθητής ήταν έτοιμος για να πει το ποίημά του
Η δάφνη που στόλιζε τη σκηνή μοσκοβόλαγε μπροστά την εκκλησία που ήταν στημένη η σκηνή μας.
Ο πελαργός πάνω στο καμπαναριό κάπου κάπου κροτάλιζε το ράμφος του. Δε μας σκιάζονταν ούτε μεις τους σκιαζόμασταν. Ήμασταν φίλοι. Τα σπουργίτια πολλές εκατοντάδες χωμένα μέσα στη φωλιά των πελαργών έκαναν κατάληψη.
Τι περίεργο μήτε η καμπάνα τα ενοχλούσε μήτε το σήμαντρο που χτύπαγε πολλές φορές την ημέρα, μιας και σχολείο είχαμε πρωί απόγευμα και το Σάββατο. Την Κυριακή όλα μαζί στην εκκλησιά.
Αύριο όμως η μέρα ήταν γεμάτη δόξα γεμάτη άρωμα πατρίδας. Ήταν και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου μας. μεγάλη η χάρη Της. Είχαμε κόψει κρίνα ανεμώνες και μανουσάκια για το ποτήρι που θα ήταν μπροστά στο τραπέζι που θα μας μιλούσε ο δάσκαλός μας Με κρίνους δάφνη και ανεμώνες στολίσαμε και την εικόνα της Παναγιάς μας καθώς ο Άγγελος της δίνει τον κρίνο.
Με τα πιο καλά μας ρούχα αύριο όλοι το πρωί στην εκκλησιά που ήταν στον ίδιο περίβολο με το σχολείο. Μπροστά στην πόρτα η σκηνή με τις δάφνες τους ήρωες στεφανωμένους και μείς με τα καλά μας. Ποια καλά μας δημαδή, απλώς ότι καλό είχαμε.
Η καμπάνα που πάντα τη χτύπαγε ένα παιδί και το σήμαντρο χτυπούσαν μαζί μελωδικά. Νταν νταν νταν, το σήμαντρο είχε έναν ήχο υπέροχο ντινννν ντιννννν ντινννν.
Στη θεία λειτουργία που με προσοχή στεκόμασταν να την ακούσουμε και για να πούμε το πάτερ ημών και το πιστεύω όπως ο δάσκαλος μας, μας όριζε. Σήμερα εσύ αύριο ο Κώστας κλπ μόνο τα κορίτσια δεν το έλεγαν ποτέ.
Πολλά τα στάρια υπέρ υγείας τα υψώματα, πολλές οι λειτουργίες και ο παπάς μας που ήξερε πόσο μας αρέσουν μετά το αντίδωρο μας φώναζε να μας δώσει ένα κομμάτι λειτουργίας να κρατήσουμε όλη τη μέρα.
Εκεί στην ωραία Πύλη ο παπάς μας μας έλεγε. Χτες ο δάσκαλος, μας είπε για τον Ευαγγελισμό, καλά μας τα είπε, θα μας τα πει και έξω που θα βγάλει το λόγο για όλους μας, μικρούς και μεγάλους
Μετά το βγάλσιμο της εκκλησιάς αφού κάθονταν ο παπάς ο πρόεδρος και οι γερόντοι, στα θρανία που τα βάζαμε μπροστά στη σκηνή, πίσω κάθουνταν οι γυναίκες. Πρώτα οι βάβες και μετά οι νιες. Και αν δεν έφταναν τα θρανία δίπλα ήταν και το κουλούρι της εκκλησίας.
Ανέβαινε μετά ο δάσκαλος μας και μας μιλούσε.
Τι περίεργο μιλούσε με τόσο πάθος που θέλαμε δεν θέλαμε κλαίγαμε για το μαρτύριο των ελλήνων όπως το σούβλισμα του Διάκου, όπως τη θυσία του Παπαφλέσσα, όπως , όπως , όπως.
Εκεί που ο δάσκαλός μας είχε αδυναμία ήταν η επανάσταση του Διονύσιου του Σκυλόσοφου. Όταν του είπαμε μια μέρα κύριε μας είπατε τόσα πολλά για τις σπουδές του και μας τον είπατε φιλόσοφο, τώρα εμείς γιατί να τον λέμε Σκυλόσοφο.
Παιδιά μου οι βρισιές των εχθρών μας στους ήρωες μας, ήταν τίτλος τιμής.
Και κατόπιν κάθε χρόνο να ένα θεατρικό από τη ζωή των Σουλιωτών.
Εκείνο το αν Αλή ο γιος μου δεν θέλει νε πεθάνει για την πατρίδα τότε δεν είναι άξιος να λέγετε γιος μου,,, του Τζαβέλα μας ταρακουνούσε.
Μας έλεγε για τον Κολοκοτρώνη τον Ανδρούτσο , τους Αδελφούς τη μητέρα μα και τον πατέρα Υψηλάντη που τον σκότωσαν οι τούρκοι γιατί πολύ πριν την επανάσταση οργάνωσε στρατό για την απελευθέρωση της πατρίδας. Ήταν άρχοντας με θέσεις και μεγαλεία ο άρχοντας Κωνσταντίνος Υψηλάντης, μα όλη η οικογένεια του έγινε θυσία στο βωμό της πατρίδας τους της πατρίδας μας. Να μην τους ξεχνάμε τέτοιοι να γίνουμε και μεις.
Του αντριωμένου ο Θάνατος θάνατος δεν λογάται..
Της αξ’ίζει της πατρίδας μας η θυσία και ύστερα είναι ζωή να ζεις με το κεφάλι κάτω και να μην έχεις δικαίωμα στα παιδιά και στα εγγόνια σου;
Πως ένοιωθαν οι γονείς και ο γαμπρός όταν περίμεναν οι τούρκοι μετά το γάμο να πάρουν τη νύφη να την πάνε πεσκέση στον αγά και σε μια εβδομάδα να τη γυρίσει στο γαμπρό;;
Ο Σαμουήλ ο κουγκίτης ο Κοσμάς ο Αιτωλός ήταν οι ήρωες που ξύπνησαν το λαό μας.
Ο Εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός ο Αγίος που ήταν από το Γραμμένο και γεννήθηκε στο Αιτωλικό γιατί οι γονείς του ήταν φυγάδες και βρέθηκαν εκεί.
Ακόμη δεν έκρυβε και τις κακές στιγμές του αγώνα όταν η φιλοδοξία κόντευε να πετάξει στα τάρταρα την ένδοξη επανάσταση.
Δεν ξεχνούσε ο δάσκαλός μας τη Μπουμπουλίνα τις Σουλιώτισσες, τη Μαντώ Μαυρογένους, ούτε τον οικονόμου που έσπασε το λόγο των καραβοκυραίων και τους ανάγκασε να μπουν στον αγώνα.
Μα ούτε οι καυγάδες και οι διαφορές, ούτε ακόμη και οι ζήλιες δεν σκοτείνιασαν το πρόσωπο της δόξας όταν στεφάνωνε τους ήρωες όταν τους έλεγε ΑΘΑΝΑΤΟΥΣ.
Σας κούρασα ας μπουν τα παιδιά να μας τα πουν καλύτερα.
Και πάνω στη σκηνή όλα μας γινόμασταν ένας από τους αγωνιστές ένας ήρωας του αύριο….
Και ήταν τόσο καλά, όλα. Μετά το τέλος της γιορτής και αφού όλοι μαζί ψάλαμε τον εθνικό ύμνο ξεκινάγαμε για τα χρόνια πολλά στους Βαγγέλιδες. πρώτα ο παπάς, μετά ο πρόεδρος με το δάσκαλο και παρά πίσω οι άλλοι. Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά και να οι ευχές για γάμους για γέννες για σπαρτά και κοπάδια. Βαγγέλη χρόνια πολλά, ούζο και Σαλιγγάρια με σπανάκι ή στιφάδο ήταν για τη νηστεία, φαγητό, εδώ ένα κομμάτι πίτα εκεί ένα κότσι κοτόπουλο όλοι αυτή τη μέρα είχαν το κάτι τις τους.
Και κρέας έκαναν αυτοί που γιόρταζαν. Μπακαλιάρο σκορδαλιά, όχι δεν είχαν. Αυτοί που νήστευαν έτρωγαν πίτες ορφανές . Αν κάποιος έκανε μπακαλιάρο σκορδαλιά με ψωμί και καρύδια ήταν άρχοντας.
Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα. Μαζί να ανοίξουμε τα παλιά βιβλία των ηρώων μας όπως τα απομνημονεύματά τους και δόξα τον Θεό άφησαν πολλοί πολλά.
Φωτογραφία αρχείου
H αείμνηστη Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, ήταν συγγραφέας, ποιήτρια, βραβευμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Διεθνoύς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών
Join the Conversation